Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημήτρης Μητροπάνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημήτρης Μητροπάνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2012

Ο ¨γιος¨ του Ζαμπέτα: Δημήτρης Μητροπάνος.

Από το βιβλίο Άρχισαν τα όργανα, Ιάσων Τριανταφυλλίδης, Εκδόσεις Άμμος

 
Εκεί που χάζευα στο youtube.com, έπεσα πάνω σε ένα τραγούδι του. Κοντοστάθηκα, έκλεισα την τηλεόραση και δυνάμωσα τον ήχο. Μια στάση εδώ...
Έτσι, λοιπόν, αποφάσισα να περάσω το απόγευμα μου, συντροφιά του. Να σας θυμίσω και να θυμηθώ λίγα πράγματα για τον αυθεντικό, για τον λαϊκό, για τον Δημήτρη Μητροπάνο.
 
 
 
 
Αν και αυθεντικός λαϊκός τραγουδιστής καθ΄όλη τη διάρκεια της καριέρας του, έχοντας στο οπλοστάσιό του ένα σπουδαίο ρεπερτόριο κατόρθωσε να συλλέξει εμπειρίες από μια σειρά εντελώς διαφορετικών εκδοχών της νύχτας, όλες στην πιο αυθεντική τους μορφή. Από του Ζαμπέτα στις πρώτες μπουάτ, από τα λαϊκά μαγαζιά στα κέντρα πολυτελείας. Η διήγησή του, πολλαπλά σημαντική, μας οδηγεί και μας μαθαίνει το πρόσωπο και το προσωπείο όλων αυτών σε διάρκεια 35 ετών:
 
Τα πρώτα χρόνια
 
¨Πρωτοτραγούδησα το 1965 στα Ξημερώματα ως μαθητευόμενος του Ζαμπέτα. Είχα πάει να κάνω ένα δοκιμαστικό στην Κολούμπια, ήταν εκεί ο Ζαμπέτας και μου έπαιξε μπουζούκι να τραγουδήσω. Μου είπε να πάω μετα από το μαγαζί. Εγώ ήμουν ακόμη μαθητής στο γυμνάσιο. Στα Ξημερώματα, στην Πατησίων, ο Ζαμπέτας ήταν με την Μανταλένα, τη Μοσχολιού -τότε μαθητευόμενη- και την Πίτσα Παπαδοπούλου. Μετά, το 1966, το καλοκαίρι, έκανα κάποιες συναυλίες με τον Μίκη Θεοδωράκη. Στη συνέχεια πήγα στην Πλάκα, στις μπουάτ, ήρθε η δικτατορία και έκλεισαν όλες, οπότε το καλοκαίρι του 1967 πήγα ξανά στον Ζαμπέτα.
Οι μπουάτ της Πλάκας τότε ήταν ό,τι καλύτερο γινόταν λόγω του Νέου Κύματος και του νέου λαικού τραγουδιού. Υπήρχε ένας οργασμός διαφόρων πραγμάτων πέραν του τραγουδιού. Τραγουδούσαμε όλοι μαζί με ένα πιάνο ή μια κιθάρα. Δεν υπήρχαν μικρόφωνα ή ορχήστρες. Είχα τραγουδήσει στον Γιάννη Αργύρη, στις Εσπερίδες, στα Ταβάνια με τον Πουλόπουλο και τον Γιώργο Μαρίνο, στις Νεφέλες, σχεδόν σε όλα. Γίνονταν κουβέντες, ποιητικές βραδιές, συζητήσεις, υπήρχαν τα τραγούδια. Ήμασταν όλοι μια παρέα. Μετά τα προγράμματα γυρίζαμε όλοι σπίτια μας με τα πόδια. Συγκοινωνία δεν υπήρχε τέτοια ώρα, για ταξί δεν υπήρχαν λεφτά. Ήμασταν ένα με τον κόσμο. [...] Το μεροκάματο ήταν 100 δρχ. και το ποτό στοίχιζε γύρω στις 15 δρχ¨.
 
Στου Ζαμπέτα...
 
¨Σε πάλκο ακόμα τότε, ξεκινούσαμε 9.30 με 10 και κατά τις 11.30 ερχόταν κι αυτός, ανέβαινε στο πάλκο και αρχίζαμε. Μας έβγαζε όλους έναν έναν να τραγουδάμε φτάνοντας στη Μοσχολιού και μετά τραγουδούσε ο ίδιος κάνοντας πλάκα, καταπληκτικά σόλο με το μπουζούκι που έμεναν ξεροί όλοι. Έκανε πρόγραμμα όπως θα του άρεσε εκείνου πηγαίνοντας σε ένα μαγαζί να δει και να περάσει καλά, με τραγούδια που αγαπούσε. Αν υπήρχε σουξέ που δεν του άρεσε δεν έμπαινε στο πρόγραμμα ή το λέγαμε πριν έρθει. Αν του το λέγαμε, όταν περνάγαμε τραγούδια, μας έλεγε: ¨Να το πεις όταν θα πας αλλού, εδώ δεν περνάνε αυτά¨. Είχε ξεκάθαρα θέση. Και πείραζε τον κόσμο, δεν άφηνε κανέναν σε ησυχία, ούτε εμάς, ούτε τον κόσμο από κάτω¨.
 
Οι χοροί
 
¨Μέσα σε μια δεκαετία σε διάφορα μαγαζιά είδα να αρχίζει να αλλάζει η νύχτα, κυρίως από όταν μπήκαν οι χοροί- γύρω στα 1970, κάπου εκεί ξεκίνησαν. Όχι όπως είναι τώρα. Αλλά πάντα διαφωνούσα με αυτό, έλεγα ότι αφού βολεύεστε να γεμίζετε τα μαγαζιά γιατί να μη βάλετε τις ίδιες τιμές να γεμίζουν τα μαγαζιά χωρίς χορούς; Γιατί με το χορό έκλειναν την αίθουσα και έκαναν ό,τι ήθελαν. Πάνω που άρχιζε το κέφι, σταματούσαν να βγάλει λόγο ο Πρόεδρος, να γίνει η λαχειοφόρος, να πουλήσουν λαχεία, να κάνουν διαγωνισμό για τα λαχεία που έμειναν. Ένα χάλι και μισό ήταν.  [...]¨.
 
Έπεται συνέχεια... 
 
 
 
 

Τετάρτη 18 Απριλίου 2012

Πολλοί τον ζήλεψαν…

Δεν είναι πια κοντά μας ο Μητσάρας! Παρακολουθεί και γελάει από… κάπου εκεί πάνω, με τη γνωστή ωριμότητα, τη γνωστή ταπεινότητα που τον διέκρινε, παρά το γεγονός ότι ένα ολόκληρο έθνος έπινε νερό στο όνομά του. Κάθε φορά που παρακολουθούσα μια συνέντευξή του, μου δημιουργούνταν η ίδια εντύπωση: αυτός ο άνθρωπος σιχαινόταν το «φως της δημοσιότητας», τις φανφαρολογίες, τη λογική του «πετάω μια ατάκα και κάνω καριέρα τραγουδιστή μέσω των gossip περιοδικών».
Μιλούσε με τα τραγούδια του, έτσι έδινε τις απαντήσεις του, έτσι μας μάθαινε –και δεν είναι καθόλου υπερβολικό να το υποστηρίξω- τι εστί αντρική μαγκιά, τι εστί λεβεντιά, τι εστί αξιοπρέπεια! Έφυγε ένα πρωινό του Απρίλη, με πολλά ερωτηματικά να μας συνοδεύουν: η πληροφορία ότι η σύζυγός του κρατούσε τις εξετάσεις από το νοσοκομείο στο Παρίσι, όπου έδειχναν ότι όλα ήταν καλά, θα μας βασανίζει για καιρό, αλλά ίσως ποτέ να μην απαντηθεί…
Σε κάθε περίπτωση, η… απορία αυτή περνά σε δεύτερη μοίρα. Γιατί; Γιατί ο Δημήτρης Μητροπάνος δεν έφυγε. Έχει την ευλογία να είναι από τους λίγους ανθρώπους που θα είναι για πάντα εδώ μπροστά μας, όταν τον χρειαστούμε. Θα μας συντροφεύει στις στενοχώριες με το «Πάντα γελαστοί και γελασμένοι», στις ερωτικές απογοητεύσεις με το «Μια στάση εδώ», στις πολιτικές μας αμφιβολίες με το «Μάνα που ζω», στα ψυχικά ξεσπάσματα με το «Αλίμονο».
Μορφή σχεδόν ασκητική, με απίστευτη επαγγελματική συνέπεια και σεβασμό στη δουλειά της, καθώς ο Μητροπάνος την έβλεπε ως λειτούργημα και όχι ως «μπίζνα». Είναι πραγματικά εντυπωσιακό για έναν τραγουδιστή να τυγχάνει της αποδοχής –τόσο για της φωνητικές του ικανότητες, όσο και για τον τρόπο ζωής του- από ανθρώπους ΟΛΩΝ των μουσικών ακουσμάτων, των πολιτικών και αστικών τάξεων, των φύλων, των… των… των…


Ο χώρος του διαδικτύου και τα «social media» κατακλύστηκαν χθες από μηνύματα συγκίνησης, από τραγούδια-φόρο τιμής στον «τελευταίο εκ των μεγάλων», από φωτογραφίες και στιγμές της καριέρας του. Αποτελεί πρώτο θέμα σήμερα σε τρεις αθλητικές και ισάριθμες πολιτικές εφημερίδες, γιατί ο Μητροπάνος ήταν ένας από μας, ήταν εδώ… δίπλα μας, στο ίδιο… ύψος και όχι σε γυάλινα κλουβιά και σε κατοικίες-παλάτια της Διονυσίου Αρεοπαγίτου.
Μπορεί να διαπράττω ιεροσυλία με τον τίτλο που επέλεξα, αλλά ως δημοσιογράφος δεν γίνεται να μη συνδέσω το χαμό του Μητσάρα με την επικαιρότητα. Αλήθεια, πόσοι πολιτικοί θα έκαναν με… φθόνο «βόλτα» στο Facebook και το Twitter και θα ξεφύλλιζαν τις σημερινές εφημερίδες, βλέποντας τα αφιερώματα και τον χώρο δημοσιότητας που του δόθηκε; Πόσοι θα σκέφτηκαν: τώρα που έρχονται εκλογές, τι καλά θα ήταν να είχα κι εγώ τέτοια θετική προβολή; Ναι, κύριοι, όμως σας λείπει κάτι βασικό: δεν έχετε την απίστευτη ντομπροσύνη που είχε εκείνος στα μάτια του, όταν σε κοιτούσε. Και δε θα την έχετε ποτέ…
Ο Μητροπάνος έλεγε σε ένα τραγούδι: «Η ελπίδα μας χαμένη και η μοίρα μας γραμμένη, στους διαβόλου το κιτάπι, να του βγει το μάτι». Μητσάρα να η ευκαιρία, βγάλτου το μάτι του «όξω από δω», βγάλε τα μάτια όλων των διαβόλων της εποχής μας…
Αθάνατος…

Του δημοσιογράφου, Βασίλη Μελίδη

Το άρθρο του θα το βρείτε και στη διεύθυνση  http://stinpresa.blogspot.com/2012/04/blog-post.html