Τέλι τέλι τέλι/ κάλπικε ντουνιά/ σ' έμαθα εντέλει/ δεν με ρίχνεις πια...
Γράφει η Άννυ Ζουργού
Μέσα σε όλον τον εθνικιστικό, συνομωσιακό, ανθελληνικό, «όποιος έχει τη μύγα μυγιάζεται» παροξυσμό που ζούμε τον τελευταία καιρό στη μάταια τούτη χώρα, υπάρχει ένα μοτίβο που επαναλαμβάνεται. Ο πλούτος της ελληνικής γλώσσας: «η παλαιότερη… μπλα μπλα μπλα… λέξεις που τις δανείζονται από εμάς… μπλα μπλα… πολιτισμός…. μπλα μπλα..οι λέξεις «κέφι» και «φιλότιμο» (μέχρι κι ο Τόμι Λι το έγραψε αυτό το τελευταίο στο fb του!) μπλα μπλα». Ωραιαιαιαιαιαία… δηλαδή; Τι σημαίνουν πρακτικά όλα αυτά για τον Έλληνα; Υπάρχει πραγματικά κάτι που να μας διαχωρίζει τελικά; Μπορεί οι άλλοι να μην έχουν λέξεις για το «φιλότιμο» και το «κέφι», αλλά περιφραστικά μπορείς να προσπαθήσεις να τους το εξηγήσεις. Πιθανόν να αναφωνήσουν ως νέοι Οβελίξ: «Είναι τρελοί αυτοί οι Έλληνες!» αλλά κάτι θα ψιλοκαταλάβουν. Άλλωστε το ότι έχουμε τις λέξεις δε σημαίνει ότι είμαστε ανώτεροι, έτσι; Η λέξη «κέφι» μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην έκφραση: «Ήρθε στο κέφι κι έσπασε πιάτα» αλλά και στην έκφραση: «Έκανε το κέφι του και την πέταξε σα στυμμένη λεμονόκουπα». Το ότι έχουμε λέξη για το «φιλότιμο» δε σημαίνει ότι αυτό δε χάθηκε (ειδικά απ’ όταν βγήκε η συγνώμη).
Έκανα μια σκέψη κάποια στιγμή για ένα πολύ γνωστό τραγούδι, το «τέλι τέλι τέλι» της Χ. Αλεξίου: ότι είναι το μοναδικό ελληνικό τραγούδι που δεν μπορείς να αποδώσεις ΚΑΝΕΝΑ μέρος του στα Αγγλικά και είτε να κρατάει το ίδιο νόημα, είτε να βγάζει νόημα εν γένει. Δείτε το:
Τέλι τέλι τέλι
Κάλπικε ντουνιά
Σ’έμαθα εντέλει
Δε με ρίχνεις πια.
Σ’έμαθα εντέλει
Δε με ρίχνεις πια
Χείλια έχεις μέλι
Κι άδικη καρδιά.
Φέρτε μου ένα σέρτικο τσιγάρο
Να φουμάρω, στο Χάρο να δώσω ρουφηξιά
Φέρτε μου κρασί για να ξεχάσω
Πως μου ‘βάλαν κι οι φίλοι μου καρφιά.
Τέλι τέλι τέλι
Κάλπικε ντουνιά
Μ’έκανες κουρέλι
Δε σ’αντέχω πια
Μ’έκανες κουρέλι
Δε σ’αντέχω πια
Τούτη η γη σου θέλει
Σπίρτο και φωτιά.
Μπορείτε να μεταφράσετε έστω έναν στίχο; Μπορείτε έστω και περιφραστικά να εξηγήσετε σε κάποιον ξένο τι σημαίνει για τον Έλληνα το σέρτικο τσιγάρο, γιατί είναι η παρηγοριά του, γιατί θέλει να δώσει στο Χάρο ρουφηξιά; Μπορεί κανείς να αποδώσει τη λέξη «τέλι» με κάποια αντίστοιχη που να μιμείται τόσο καλά τον ήχο της χορδής του μπουζουκιού; Μπορείς να εξηγήσεις πως μπλέκονται στην ιδιοσυγκρασία του Έλληνα της υπερβολής τα πάθη του Χριστού (μου ’βάλαν κι οι φίλοι μου καρφιά) με τον δικό του πόνο;(!)
Υπάρχουν πολλά τραγούδια που είναι δύσκολο, έως ακατόρθωτο, να μεταφραστούν («Μία είναι η ουσία» ας πούμε) όμως για μένα αυτό το συγκεκριμένο τραγούδι είναι η ψυχή του Έλληνα. Οι στίχοι του είναι γραμμένοι στη δική μας ιδιότυπη αργκό. Αφηγείται ο άνθρωπος που επιβιώνει μέσα στη ζωή και τον κόσμο που του φαίνεται τόσο γλυκός και δελεαστικός, κι όμως τον αδικεί και τον πνίγει, ο άνθρωπος που είναι έτοιμος να μοιραστεί το τσιγάρο του με το θάνατο, ο άνθρωπος που μέσα στην υπερβολή του νιώθει να ταυτίζεται με τον ίδιο το Θεό του (φιλόλογος alert: λογοτεχνική ανάλυση στους στίχους του Πυθαγόρα, έλεος!). Τελοσπάντων, ο άνθρωπος που ό,τι κάνει, το κάνει πολύ: τρώει πολύ, χαίρεται πολύ, γκρινιάζει πολύ, αγαπάει πολύ, μισεί πολύ, κλέβει πολύ (ειδικά αυτό μας έφαγε), ξοδεύει πολύ, γελάει πολύ, μοιράζεται πολύ, ονειρεύεται πολύ…. υπάρχει και ζει πολύ.
Κι αυτό το πολύμας δε μεταφράζεται σε καμία γλώσσα του κόσμου με κανέναν τρόπο. :D
Ήταν βράδυ Παρασκευής όταν έπεσα τυχαία
πάνω στην εκπομπή «Ανοιχτά Μικρόφωνα». Πίσω από το μικρόφωνο η Ζωή Παπαδοπούλου
και στο πιάνο ο Νεοκλής Νεοφυτίδης. Σκέτο βάλσαμο.
Την Ζωή την πρωτογνώρισα χρόνια
πριν, όταν τραγουδούσε μαζί με την Χαρούλα Αλεξίου το τραγούδι «Αχ και να σε είχα
εδώ». Από εκείνη την πρώτη μας συνάντηση «ερωτεύτηκα» τη φωνή της και θαύμασα
το «φέρεσθαι» της. Θα μπορούσε να είναι επηρμένη αλλά δεν ήταν. Θα μπορούσε να πάρει
ψηλά τον αμανέ, εκείνη όμως προτιμούσε μόνο να τον τραγουδάει.
Την Ζωή την ξανασυναντάω σήμερα,
σε μια εποχή δύσκολη, σε μια εποχή που η φωνή της λειτουργεί ακόμα πιο «επουλωτικά»
στην ψυχή μου. Μοιράζομαι μαζί σας την κουβέντα μας και σας προτείνω ανεπιφύλακτα
να αφεθείτε στις μελωδίες της…Εμπιστευτείτε με και δε θα χάσετε...
Αυτήηκίνησηξεκίνησεστο
Facebook μετοντίτλο
I AM GREEK AND I WANT TO GO HOME δηλαδήείμαιΈλληναςκαιθέλωναγυρίσωστηνπατρίδαμου..καιμέσασ'εναμήναέγινεπαγκοσμίωςγνωστή.
Όποιοςλοιπόν,θέλει,χωρίςχρήματααλλάμόνομεαγάπημπορείναβοηθήσειαπότοπόστοτου..γιαπερισσότερεςπληροφορίεςμπορείτεναανατρέξετεστοπροφίλτου
Ares Kalogeropoulos στο Facebook.
Η Ζωή γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, από όπου ξεκίνησε και το
επαγγελματικό της ταξίδι.
Την ανακάλυψε ο Δημήτρης Μητροπάνος στο ΠΕΤΡΙΝΟ του Μύλου
και την έπεισε να κατέβει στην Αθήνα, όπου και βρίσκεται πάνω από 10 χρόνια.
Τα πρώτα της μουσικά ακούσματα είχαν να κάνουν με τραγούδια
από τους τόπους καταγωγής των γονιών της, τον Πόντο και την Κρήτη.
Η Χαρούλα Αλεξίου ήταν η παραγωγός του πρώτου δίσκου της με
τίτλο ΚΡΥΣΤΑΛΛΑ ΚΟΚΚΙΝΑ ΦΙΛΙΑ, στον
οποίο θα βρει κανείς και το «Αχ και να ήσουν εδώ», το ντουέτο τους.
Μερικές από τις γνωστότερες συνεργασίες της είναι αυτές με
την Ελευθερία Αρβανιτάκη, την Μαριώ, τον Χρήστο Νικολόπουλο, τον Γιάννη Κότσιρα,
τον Μανώλη Φάμελλο, τον Κώστα Μακεδόνα, τον Αντώνη Ρέμο και τον Μιχάλη Χατζηγιάννη.
Δισκογραφία: ΚΡΥΣΤΑΛΛΑ ΚΟΚΚΙΝΑ ΦΙΛΙΑ (2005) ΚΑΙ ΤΑΤΟΥΑΖ
(2008) .