Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πίνακας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πίνακας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 11 Ιουνίου 2012

Πάμε όλοι μαζί σε μια παραλία...


Πρέπει να ήταν Τρίτη βράδυ. Είχε μόλις κλείσει ένας κύκλος της ζωής μου και δεν είχα ιδέα πότε και αν θα ανοίξει ο επόμενος. Σταθερό καταφύγιο σε ανάλογες περιστάσεις το σπίτι της Χριστίνας. Μπήκα φουριόζικα στο σαλόνι της, έβγαλα τα παπούτσια μου, κάθησα οκλαδόν στον καναπέ της και ετοιμάστηκα για την... καθιερωμένη ψυχανάλυση. Μέχρι να επιστρέψει από την κουζίνα μαζί με το λευκό κρασί και τους μεζέδες, κατάφερα να ξετρυπώσω... το "λαβράκι" που σας παρουσιάζω σήμερα. Αθόρυβος και αμίλητος, αυτός ο πίνακας κρυβόταν σε μια γωνιά, προκαλώντας τον ενθουσιασμό μου μόλις τον πρωταντίκρυσα, ενθουσιασμό σαν αυτόν που σου προκαλούν οι...έρωτες με την πρώτη ματιά, στους οποίους και συνεχίζω να πιστεύω.
Μια μεγάλη προβλήτα, ουρανός, άμμος και θάλασσα. Με το "θράσος" της πολύχρονης φιλίας μας με την Χριστίνα, πήρα τον πίνακα στα χέρια μου και τον έβαλα ακριβώς απέναντι από τον καναπέ, στο πάτωμα. Κάθισα απέναντί του και άρχισα διακριτικά να "φλερτάρω" μαζί του. Το φλερτ μας διέκοψε η Χριστίνα, τα παγωμένα ποτήρια της και η σάλτσα με γιαούρτι και πέστο για τα πατατάκια μας. "Σου αρέσει;", με ρώτησε σχεδόν αδιάφορα. 
Συζητούσαμε ώρες εκείνο το βράδυ. Ήμουν πια πιο ήρεμη, πιο κατασταλαγμένη, πιο ανακουφισμένη. Σημαντικό ρόλο σε αυτήν μου την "στωικότητα" έπαιξε και ο πίνακάς της, τον οποίο κοιτούσα κλεφτά συνέχεια, όσο η Χριστίνα επιχειρηματολογούσε για την ορθότητα της τελευταίας μου απόφασης (φίλη γαρ...). 
Μπορεί το μυαλό μου να την άκουγε προσεχτικά, η ψυχή και η καρδιά μου όμως βρισκόταν εδώ και ώρες αλλού.  Δεν έφταιγα εγώ, η παραλία της έφταιγε. Η πεντακάθαρη αμμουδιά της, τα κρυστάλλινα νερά της θάλασσάς της, η ξύλινη προβλήτα της. Με φαντάστηκα να κάθομαι στην άκρη της, φορώντας από εκείνα τα γραφικά ψάθινα καπέλα, με τις ροζ ντεμοντέ κορδέλες και να διαβάζω ένα βιβλίο από τα αγαπημένα μου. Δίπλα μου ένα μικρό τραπεζάκι με ελληνικό καφέ και γύρω μου κανείς. Εκείνος ο "Κανένας" του Κύκλωπα, ουδείς άλλος. Και όταν θα με κούραζε ακόμα και ο εαυτός μου-αυτός που με κουράζει συχνά τελευταία-θα πετούσα το βαρύ αυτό καπέλο και θα βουτούσα στα γαλαζοπράσινα νερά εκείνης της μοναχικής παραλίας, για να ξεπλύνω όλες τις αμαρτίες μου (οι οποίες είναι ουκ ολίγες το τελευταίο αυτό διάστημα). 
Όσο κυλούσε η βραδιά μου με την Χριστίνα, ένιωθα και το μυαλό μου να εγκαταλείπει τη συζήτησή μας και να μεταφέρεται κι εκείνο μαζί με την ψυχή μου. Η Χριστίνα δεν άργησε να το καταλάβει. "Πού είναι το μυαλό σου;", με ρώτησε, αν και ήμουν βέβαιη ότι γνώριζε εκ των προτέρων την απάντησή μου. Δεν ξέρω πώς τα κατάφερνε, αλλά τα έργα της, οι πίνακές της είχαν την μόνιμη ιδιότητα, την μόνιμη ικανότητα να με "ταξιδεύουν". να με ξεγελάνε, να με παίρνουν μακρυά. Ειδικά αυτήν την βραδιά που το είχα ανάγκη περισσότερο από ποτέ. 
Είχα τάσεις φυγής και οι πίνακές της ήταν σε θέση να μου ικανοποιήσουνε με ποικίλους τρόπους, στο έπακρον, αυτήν μου την ανάγκη. Ήθελα να φύγω μακρυά, να πάρω το ποδήλατό της http://moirasou.blogspot.gr/2012/03/blog-post_22.html και με την πολύτιμη βοήθειά του να φτάσω να "κρυφτώ" στην παραλία της. Να διασχίσω γρήγορα την προβλήτα, να κάνω μια μεγάλη βουτιά και να βρεθώ κάτω από την επιφάνεια εκείνων των νερών. Να κάνω ένα μακροβούτι και ξαφνικά να χαθώ από τον πίνακά της, με τον ίδιο θρασύ τρόπο που όλο το βράδυ αυθαίρετα με θεωρούσα αναπόσπαστο κομμάτι του.
Σήμερα, μια βδομάδα μετά από εκείνο το βράδυ, η "παραλία" αυτή, η παραλία που παρηγορούσε τις σκέψεις μου μέρες τώρα, ήρθε με ηλεκτρονικό μήνυμα στον προσωπικό μου λογαριασμό, με τα εξής λόγια: 

ΜΙΣΟ ΕΓΧΡΩΜΟ ΜΙΣΟ ΑΣΠΡΟΜΑΥΡΟ....
ΟΥΡΑΝΟΣ, ΘΑΛΑΣΣΑ ΚΑΙ ΑΜΜΟΣ ΣΕ ΧΡΩΜΑ (ΠΑΣΤΕΛ, ΞΥΛΟΜΠΟΓΙΕΣ, ΚΙΜΩΛΙΑ) ΚΑΙ Η ΠΡΟΒΛΗTΑ ΣΕ ΑΣΠΡΟΜΑΥΡΟ (ΜΟΛΥΒΙ, ΚΑΡΒΟΥΝΟ, ΠΑΣΤΕΛ)
Συγχαρητήρια, κορίτσι μου!
Συνέχισε να μας ταξιδεύεις...

Με αγάπη, 
Βίλυ

Υ.Γ. Οι πίνακές της "χάνουν" όταν αποτελούν αποτέλεσμα φωτογράφησης. Για την ώρα είμαστε λίγοι οι εκλεκτοί που έχουμε την τύχη να τους απολαμβάνουμε απο κοντά. Οι υπόλοιποι μπορείτε να περιμένετε την πρώτη της έκθεση.

Τετάρτη 16 Μαΐου 2012

Αφηρημένη εγώ;




Η φίλη μου Χριστίνα Δοϊτσίνη ζωγράφιζε από…πάντα. Έτσι το είχα καταχωρημένο στον σκληρό δίσκο του μυαλού μου, καθώς κάθε φορά που πήγαινα στο σπίτι της, κολλούσε το βλέμμα μου για ώρα σε ένα σκίτσο της που είχε κορνιζαρισμένο σε μια διακριτική γωνιά του σαλονιού της. Δεν είχα δει άλλο της έργο μέχρι εκείνη την μέρα και την μπρίζωνα συχνά-πυκνά να ξαναπιάσει τα «σύνεργα» της και να ξεδιπλώσει το ταλέντο, που στοιχημάτιζα ότι είχε, κρίνοντας από άλλα ταλέντα της (βλ. γραφιστική). Τον τελευταίο καιρό, η Χριστίνα αποφάσισε να το επιχειρήσει. Όχι για να μου κάνει τη χάρη, δεν είναι τέτοιος τύπος, για να….κάνει προφανώς τη χάρη στον εαυτό της (μιας και είναι τουλάχιστον προκλητικό, βρε αδερφέ, να έχεις ένα τέτοιο ταλέντο και να το έχεις θαμμένο, κάπου σε χειμερία νάρκη). Ένα δείγμα δουλειάς της απολαύσατε, εξάλλου, και σε μια προηγούμενη ανάρτησή μου http://moirasou.blogspot.com/2012/03/blog-post_22.html .
Το θέμα μας εδώ, όμως, είναι άλλο. Την προηγούμενη Παρασκευή, λίγο πριν φύγω από το γραφείο, της στέλνω ένα μήνυμα για «Καλό Σαββατοκύριακο» και την ρωτάω τι θα πραγματεύεται το νέο της έργο. Μου απαντάει, λοιπόν, (δεν θα σας αποκαλύψω τι) και ενθουσιασμένη από το καλοκαιρινό περιεχόμενο του νέου της πίνακα, ρωτάω όλο θράσος:

-Αχ θα μου το αφιερώσεις;
-Α όχι, αυτό θα το αφιερώσω σε μένα.

Με κάποια ακόμα χαριτωμενιά πρέπει να της απάντησα και εκείνη απλά με έβαλε στη θέση μου, όπως συνηθίζει να κάνει όλα αυτά τα χρόνια,, Χωρίς πολλά λόγια, χωρίς φρου φρου και αρώματα, μου απάντησε:

-Θα ήθελα πολύ, κοριτσάκι, να ζωγραφίσω κάτι και να στο αφιερώσω. Αλλά θα ήθελα να κάνω κάτι που σε αντιπροσωπεύει κι εγώ δεν ζωγραφίζω «αφηρημένη τέχνη».

Σας ορκίζομαι ότι έμεινα με ανοιχτό το στόμα να κοιτάω την οθόνη. Είμαι βέβαιη ότι στην άλλη πλευρά η Χριστίνα γελούσε μόνη της, καθώς βάζω το χέρι μου στη φωτιά ότι ήξερε ακριβώς την έκφραση που είχα πάρει.

Εγώ αφηρημένη; Τι εννοούσε ο ποιητής, στην προκειμένη η ζωγράφος;

Ευθύς αμέσως googl-αρα  τον όρο αφηρημένη τέχνη, για να μου απαντήσει ο αυθάδικος ιστότοπος: «Με τον όρο αφηρημένη τέχνη αναφερόμαστε σε ένα σύγχρονο κίνημα στις εικαστικές τέχνες σύμφωνα με το οποίο αποκλείεται οποιαδήποτε αναφορά στην εξωτερική φυσική πραγματικότητα. Εναλλακτικά, μπορούμε να ορίσουμε ως αφηρημένη την μη παραστατική και μη αντικειμενική τέχνη».

Κοινώς, το Χριστινάκι, μου έλεγε ότι είμαι στον κόσμο μου.

Δεν ξέρω τι της απάντησα στο gmail. Ξέρω ότι με προβλημάτιζε η ατάκα της όλο το Σαββατοκύριακο. Ε και αφού προβληματίστηκα, αφού το έφερα από εδώ, το γύρισα από εκεί, κατέληξα:

Και τι πειράζει που είμαι στον δικό μου κόσμο; Και τι πειράζει να είστε κι εσείς στον δικό σας; Αφού ο κόσμος που μας προσφέρουν δεν μας κάνει. Γιατί να μην «φτιάχνουμε πού και πού το δικό μας παραμύθι»; 
Καλά τα μοτίβα και οι κανόνες, αλλά τελικά μου αρέσει που παίζω κάποιες φορές σε…αφηρημένα ταμπλό. 

 

Εξάλλου, αυτό είναι-ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΙΣΤΕΥΩ-που αγαπάνε οι άνθρωποι που είναι δίπλα μου σε εμένα. Ε, Χριστινάκι;;;;;;;;;;;

Με αγάπη, Βίλυ

Υ.Γ. Λίαν συντόμως θα σας παρουσιάσω και άλλον πίνακα της Δοϊτσίνη. Αξίζει τον κόπο…

Πέμπτη 22 Μαρτίου 2012

Είναι ένα δώρο η ζωή και συχνά το ξεχνάω...

 Πίνακας: Χριστίνα Δοϊτσίνη!!!

Έτσι ξύπνησα σήμερα. Με αυτή τη διάθεση. Η μυρωδιά του καθαρού σεντονιού, η μυρωδιά του αχνιστού καφέ, η γρήγορη ματιά έξω από το παράθυρο και ο ήλιος που προμήνυε μια καλή μέρα. Καλή μέρα για αυτούς που ξέρουν πώς να την αξιοποιήσουν, καλή μέρα για αυτούς που δεν μιρλιάζουν (μια νέα λέξη, που δεν υπάρχει σε αυτήν της την μορφή αλλά περιγράφει επακριβώς τη στάση ζωής των περισσοτέρων μας τον τελευταίο καιρό). Μήπως τελικά δεν φταίει μόνο ο γιαλός που είναι στραβός, αλλά βάζουμε κι εμείς που και πού το χεράκι μας; Μήπως αυτό το χεράκι θα μπορούσε να κάνει κάτι πολύ πιο δημιουργικό;
                Πνιγμένη σε αυτές τις σκέψεις πρωινιάτικα, άνοιξα το mail μου. Ο Κλούνει δεν μου είχε στείλει μήνυμα σήμερα, μόνο ο Ντι Κάπριο μια ζωγραφιστή φατσούλα για «καλημέρα», αλλά δεν της έδωσα πολύ μεγάλη σημασία. Βλέπετε, ήθελα να πάρω τη δόση μου. Να δω κάτι που θα μου θύμιζε ότι η ζωή είναι ένα δώρο και συχνά το ξεχνάω. Κάτι που θα με «ταξίδευε». Κάτι που θα φρόντιζε να ικανοποιήσει την τάση φυγής μου, αλλά ταυτόχρονα θα με έκανε να θυμηθώ ότι έχω λόγους και να μείνω. Κάτι που θα με «πάρει» με τον δικό του μοναδικό τρόπο μακριά, κι ας είμαι ακόμα τόσο κοντά. Ένα εισερχόμενο μήνυμα στον προσωπικό μου λογαριασμό που το ανοίγω κάθε μέρα εδώ και καιρό, ένα μήνυμα που όταν το πρωτοάνοιξα, πριν από καιρό θαρρώ, εκείνη την πρώτη φορά, έμεινα να το κοιτάω ώρα, χαζεύοντας τις λεπτομέρειες του και παραμυθιάζοντας τον εαυτό μου, έστω για λίγο, έστω για τόσο λίγο, ότι αντικατοπτρίζει την καθημερινότητά μου.
 Τα λόγια του λίγα: ΞΥΛΟΜΠΟΓΙΕΣ-ΜΟΛΥΒΙ-ΚΑΡΒΟΥΝΟ-ΚΙΜΩΛΙΑ. Λίγα μα τόσο πολλά ταυτόχρονα. Το κοιτούσα και προσπαθούσα να σκεφτώ που με μεταφέρει. Σε ποια εποχή, σε ποιον τόπο, σε ποια ζώνη του χωροχρόνου. Ποιανού θα μπορούσε να είναι αυτό το ποδήλατο, ποιος θα μπορούσε να φορέσει αυτά τα μποτάκια και σε ποιον ανήκαν αυτά τα λουλούδια, που θα στοιχημάτιζα ότι η μυρωδιά τους γαργαλούσε τόσο προκλητικά τα ρουθούνια μου; Είχα τόσο καιρό να σκεφτώ έτσι, είχα τόσο καιρό να «ονειρευτώ», βλέποντας κάτι. Παλιά, παρακολουθώντας μια ταινία, έπαιρνα με συνοπτικές διαδικασίες μέσα μου τη θέση της πρωταγωνίστριας και το ζούσα «αλλιώς». Πώς αλλιώς δεν ξέρω αλλά αλλιώς. Παλιά όταν διάβαζα ένα βιβλίο, έβαζα τον εαυτό μου στη θέση του πρωταγωνιστή σε χρόνο dt και το ζούσα αλλιώς. Πώς αλλιώς δεν ξέρω αλλά αλλιώς. Όχι τώρα πια. Τώρα μεγάλωσα και μπορώ να  φορέσω μόνο το δικό μου «κοστούμι», δεν θυμάμαι πώς είναι να μπαίνεις στα «ρούχα» άλλων.
Και ξαφνικά το εισερχόμενο αυτό μήνυμα…και ξαφνικά αυτή η ζωγραφιά με ξυλομπογιές, μολύβι, κάρβουνο και κιμωλία…και ξαφνικά αυτό το ποδήλατο…κατάφεραν να κάνουν αυτό που μου φαινόταν πια τόσο ξένο, τόσο άγνωστο. Να με κάνουν να «ονειρευτώ», να «ταξιδέψω», όπως είπα στην φίλη μου Χριστίνα Δοϊτσίνη, που είχε την ευγενή καλοσύνη να μου το στείλει. Δεν θυμάμαι τι της πρωτοαπάντησα, βλέποντας τον πίνακά της. Ήμουν χαμένη στον κόσμο μου εκείνη την ώρα, στον κόσμο που εκείνη μου είχε «ζωγραφίσει» και δεν ήξερα ποιες λέξεις να βρω για να περιγράψω το συναίσθημα. «Ξύσε τις ξυλομπογιές σου, ακόνισε το μολύβι σου, πιάσε το κάρβουνο και την κιμωλία και βουρ…Παράτα όλα τα άλλα και στρώσου». Ίσως να έγραψα κάτι τέτοιο. Κι αν δεν το έγραψα, αυτό ήθελα να γράψω. Δεν το ζητούσα, το απαιτούσα. Δεν το ζητάω, το απαιτώ. Μου θύμισε πώς είναι να ονειρεύεσαι, δεν της επιτρέπω να με αφήσει να το ξαναξεχάσω.
Κλείνοντας, ήθελα να πω κάτι που ίσως ακουστεί γραφικό. Διόλου δεν με νοιάζει. Κάποιος, κάπου, κάποτε μου είχε πει ότι ο Θεός μας μοιράζει ταλέντα και εμείς δεν έχουμε το δικαίωμα να τα ξοδεύουμε αλόγιστα ή να μην τα αξιοποιούμε. Αυτό θέλω να πω στην Χριστίνα. Με τόνο αυστηρό, με τόνο απόλυτο, με τόνο αγαπησιάρικο. 

Με αγάπη, Βίλυ

Υ.Γ.: Ξέρω ότι δεν σου αρέσουν τα πολλά λόγια, Χριστινάκι, και εγώ είπα πολλά. Ξέρεις πώς όταν ενθουσιάζομαι, πάντα αυτό κάνω και τα έργα σου με ενθουσιάζουν. Άρα ποιος φταίει που είπα πολλά;;;