Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χρόνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χρόνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2012

Τικ-τακ...και πάμε!

Γράφει η Δανάη Οφάκογλου



      Και ξυπνάς ενα πρωί -μπορεί και με λιακάδα-, κοιτάς γύρω σου και αναρωτιέσαι αν η απόφαση ήταν δική σου ή αν κάποιος άλλος σε έβαλε να πρωταγωνιστήσεις στο έργο της ζωής σου χωρίς όμως να γνωρίζεις το σενάριο....Και λέω εγώ, μα γίνεται;; Κάτι έχεις κάνει λάθος φίλε ή φίλη!!

'Ολα
είναι θέμα επιλογών τελικά...Τα υπόλοιπα είναι δικαιολογίες για να παραπλανήσεις το νού και να υποστηρίξεις τη “λάθος” επιλογή σου.. Για πόσο όμως; Και τελικά αξίζει να παραμυθιάζεσαι και να θυσιάζεις στιγμές και ίσως μια ολόκληρη ζωή γιατί απλά και μόνο ΠΡΕΠΕΙ...; Τικ-τακ ο χρόνος περνάει...Μπορείς να αλλάξεις την επιλογή σου, να επιστρέψεις σε εκείνη, την αρχική, την παλιά....Αυτήν που πάντα ήθελες να ακολουθήσεις αλλά η εποχή βλέπεις δεν σου το επιτρέπει!! Γιατί όλα πια πρέπει να γίνονται γρήγορα, εύκολα και όσο το δυνατόν πιο βολικά... “Που να τρέχουμε τώρα μωρέ”, “δε βαριέσαι” “βολέψου με αυτό”....και πάει λέγοντας!

Τικ-τακ...ο χρόνος περνάει... Εσύ, όμως, ακόμη μπορείς να παλέψεις για αυτό που πραγματικά θέλεις...Ό,τι κι αν είναι αυτό...Δουλειά, σύντροφος, σπουδές, ίσως κι ενα απλό αντικείμενο...
Μην ικανοποιείσαι με ό,τι απλά σε κάνει καλά... Ικανοποιήσου με αυτό που σε κάνει να νιώθεις πλήρης και γεμάτος ολοκήρωτικά, που θα σε πάει όχι ενα βήμα αλλά δυο βήματα παρακάτω!! Που δε θα χρειάζεται να ξυπνάς πια το πρωί και να αναρωτιέσαι για το τί έχει πάει λάθος...Απλά θα απολαμβάνεις την επιλογή σου....

Ακούγεται ιδανικό ε;; Εγώ, όμως, έτσι θέλω να βλέπω τα πράγματα....Ρομαντικά;; χμμ,δε ξέρω...Θετικά;; Σίγουρα ναι.. Γιατί στην εποχή του εφήμερου, του εύκολου και του "δε βαριέσαι", εγώ θα συνεχίσω να βλέπω το ποτήρι μισογεμάτο και τη ζωή μου δυο βήματα παρακάτω...

      Εσύ;;

Τικ-τακ...ο χρόνος περνάει...
      Όλα είναι στο χέρι σου!
 

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

Λίγα ψίχουλα αγάπης σου γυρεύω...!

Επειδή αληθεύει ότι από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια...!




Λένε πως μια νύχτα, ενώ κοιμούνται όλοι στο σπίτι, σηκώνεται ο μικρός Ερνέστο, πέντε χρονών, από το κρεβάτι του και πηγαίνει στο δωμάτιο των γονιών του. Στέκεται κοντά στο κρεβάτι από την μεριά του μπαμπά του και, τραβώντας τα σκεπάσματα, τον ξυπνάει.
"Πόσα λεφτά βγάζεις, μπαμπά;" τον ρωτάει.
"Τί...πώς;" ρωτάει ο μπαμπάς αγουροξυπνημένος.
"Πόσα λεφτά βγάζεις από τη δουλειά σου;"
"Αγοράκι μου, είναι δώδεκα η ώρα... Είναι νύχτα, πήγαινε στο κρεβατάκι σου να κοιμηθείς".
"Εντάξει, μπαμπά, θα πάω. Πες μου, όμως, πόσα βγάζεις από τη δουλειά σου;"
Ανασηκώνεται ο μπαμπάς στο κρεβάτι, και προσπαθώντας να πνίξει τον θυμό του, τον διατάζει:
"Στο κρεβάτι σου αμέσως. Αυτά τα πράγματα δεν είναι για σένα! Και μάλιστα να ρωτάς μες στα μαύρα μεσάνυχτα!" και με τεντωμένο το δάχτυλο τού δείχνει την πόρτα.
Ο Ερνέστο κατεβάζει το κεφάλι και γυρίζει στο δωμάτιο.
Το επόμενο πρωί ο μπαμπάς σκέφτεται πως ίσως ήταν υπερβολικά αυστηρός με τον Ερνεστο. Η περιέργεια του παιδιού δεν άξιζε τέτοια επίπληξη. Το βράδυ, στο φαγητό, για να επανορθώσει, αποφασίζει ο μπαμπάς να απαντήσει στο παιδί:
"Σχετικά με αυτό που ρώτησες την νύχτα, Ερνέστο, ο μισθός μου είναι 2.800 πέσος, με τις κρατήσεις όμως μου μένουν 2.200".
"Ούου!... βγάζεις πολλά, μπαμπά" του λέει ο Ερνέστο.
"Όχι και τόσα πολλά, αγάπη μου, έχουμε πολλά έξοδα".
"Ααα...και δουλεύεις πολλές ώρες".
"Ναι, μωρό μου, πολλές ώρες".
"Πόσες μπαμπά;"
"Όλη μέρα, αγόρι μου, όλη μέρα".
"Αααα..." συμφωνεί ο μικρός και συνεχίζει: "Τότε έχεις πολλά χρήματα, έτσι δεν είναι;"
"Φτάνουν πια οι ερωτήσεις. Είσαι πολύ μικρός για να μιλάς για χρήματα".
Μετά πέφτει σιωπή στην τραπεζαρία, και σιωπηλοί πάνε για ύπνο.
Τη νύχτα, μια νέα επίσκεψη του μικρού Ερνέστο διακόπτει τον ύπνο των γονιών του. Αυτή τη φορά στο χέρι του κρατάει ένα χαρτί με ορνιθοσκαλίσματα που μοιάζουν με νούμερα.
"Μπαμπά, μπορείς να μου δανείσεις πέντε πέσος":
"Ερνέστο...είναι δύο η ώρα, είναι νύχτα!!!" διαμαρτύρεται ο μπαμπάς.
"Ναι, αλλά...μπορείς σε παρακαλώ..."
Εκείνος όμως δεν τον αφήνει να τελειώσει τη φράση του.
"Αυτό ήταν λοιπόν το θέμα. Για αυτό έκανες όλες αυτές τις ερωτήσεις για τα λεφτά, αναιδέστατο παιδί. Πήγαινε αμέσως στο κρεβάτι σου πριν σε πιάσω και σου τις βρέξω, με την παντόφλα... Φύγε από εδώ. Εμπρός! Στο κρεβάτι σου!"
Ακόμη μια φορά, τώρα όμως με σουφρωμένα χείλη πάει προς την πόρτα ο Ερνέστο, σέρνοντας τα πόδια του.
Μισή ώρα αργότερα, ίσως γιατί κατάλαβε ότι ήταν υπερβολικός, μπορεί και μετά από μεσολάβηση της μαμάς, ή απλώς γιατί η ενοχή δεν τον άφηνε να κοιμηθεί, πηγαίνει ο μπαμπάς στο δωμάτιο του παιδιού. Από την πόρτα τον ακούει να σιγοκλαίει, σχεδόν χωρίς να ακούγεται.
Κάθεται στο κρεβάτι δίπλα του και αρχίζει να του μιλάει:
"Συγχώρεσέ με που σου έβαλα τις φωνές, Ερνέστο, είναι όμως δύο τα ξημερώματα και όλος ο κόσμος κοιμάται... Κανένα μαγαζί δεν είναι ανοιχτό τέτοια ώρα... Δεν μπορούσες να περιμένεις ως το πρωί;"
"Ναι, μπαμπά" απαντάει ο μικρός μέσα σε αναφιλητά.
Ο μπαμπάς βάζει το χέρι στην τσέπη και βγάζει το πορτοφόλι του από όπου παίρνει ένα χαρτονόμισμα των πέντε πέσος. Το αφήνει στο κομοδίνο και του λέει:
"Ορίστε λοιπόν τα χρήματα που μου ζήτησες".
Ο μικρός σκουπίζει τα δάκρυά του με το σεντόνι, πηδάει από το κρεβάτι, πάει στην ντουλάπα του, παίρνει ένα μεταλλικό κουτί και βγάζει μερικά κέρματα και κάτι λίγα χαρτονομίσματα του ενός πέσο. Βάζει τα πέντε πέσος μαζί με τα άλλα και μετράει με τα δάχτυλα του πόσα χρήματα έχει.
Μετά παίρνει στα χέρια του τα χρήματα και τα βάζει πάνω στο κρεβάτι, μπροστά στον μπαμπά του που όλη την ώρα τον παρακολουθεί χαμογελώντας.
"Τώρα μάλιστα!" λέει ο Ερνέστο, "φτάνουν ίσα ίσα. Εννιά πέσος και πενήντα λεπτά".
"Μπράβο πολύ ωραία, αγοράκι μου. Και τί θα τα κάνεις αυτά τα λεφτά;"
"Μου πουλάς μια ώρα από τον χρόνο σου, μπαμπά;"

Τρίτη 13 Μαρτίου 2012

Τον χρόνο σταματάω…

Αν μπορούσες να είχες κάποια μαγική ιδιότητα, τι θα διάλεγες;
Να είμαι αόρατος, θα απαντούσαν κάποιοι. Εμένα πάλι ποτέ δεν με «έφτιαχνε» αυτή η ιδέα. Δεν θα ήθελα να είμαι κάπου, χωρίς να με βλέπουν. Με ενδιαφέρει αυτό που κάνουν οι άνθρωποι μπροστά μου, ας κάνουν ό,τι νομίζουν από πίσω μου.
Να ξέρω τι σκέφτεται ο άλλος, θα διάλεγαν κάποιοι άλλοι. Μακριά από εμένα… Το βρίσκω εξαιρετικά ψυχοφθόρο αυτό το δεύτερο «σενάριο». Τρομακτικό. Μερικές φορές με κουράζουν οι άνθρωποι μόνο και μόνο με αυτά που λένε και κάνουν, πώς θα άντεχα να ξέρω και τι σκέφτονται;
Αν μπορούσα λοιπόν να έχω εγώ κάποια μαγική ιδιότητα, θα ήθελα να μπορώ να σταματάω τον χρόνο. Όχι, όχι να μην επιτρέπω στα γεγονότα να συμβούν, όχι να μπορώ να γλιτώνω τις κακοτοπιές και να στρώνω τον δρόμο μου με ροδοπέταλα, όχι, όχι αυτό (μεταξύ μας, δεν θα με χαλούσε κι αυτό αλλά ας μην ζητάω και πολλά).
Αχ να μπορούσα να σταματάω μερικές φορές τον χρόνο..
Να ανοιγοκλείσω γρήγορα τα μάτια, να σφυρίξω κλέφτικα, να πατήσω ένα μαγικό κουμπί, να τρίψω την ολίγον τι στραβή μου μύτη, να σουφρώσω τα χείλη μου και έτσι ξαφνικά, αμέσως, ο χρόνος να παγώσει. Να μπορώ να ζήσω κάποιες στιγμές λίγο, τόσο δα, περισσότερο. Να προλάβω να τις ζήσω πιο βαθιά, πιο έντονα, πιο απόλυτα. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί τα ζόρια διαρκούν όσο «μια ζωή» και οι ευτυχισμένες στιγμές φεύγουν σε χρόνο μηδέν. Ίσως αν διαρκούσαν περισσότερο, θα είχα τον χρόνο να τις αξιολογήσω καλύτερα. Ίσως αν διαρκούσαν περισσότερο, θα είχα την ευκαιρία να αντλήσω μεγαλύτερη δύναμη από αυτές. Ίσως… Ίσως πάλι αν η «ευτυχία» διαρκούσε περισσότερο, δεν θα λεγόταν ευτυχία. Δεν θα σου έκοβε με τον ίδιο τρόπο την ανάσα, δεν θα σου βούρκωνε τα μάτια, δεν θα σε έκανε να πιστέψεις ότι ΜΠΟΡΕΙΣ. Τα πάντα. Πάντα.
Θα ήθελα να μπορώ να σταματάω τον χρόνο όταν βλέπω μια μαμά να κοιτάει το παιδί της. Να την κοιτάω διερευνητικά, να μπορώ να νιώσω τον χτύπο της καρδιάς της, την περηφάνια της, την αγωνία της, την λαχτάρα της. Θα ήθελα να μπορώ να σταματάω τον χρόνο όταν νιώθω ότι ανταμείβονται οι κόποι μου. Να κάνω το λεπτό να διαρκέσει λίγο παραπάνω. Εκείνο το λεπτό που μπροστά από τα μάτια σου περνάνε όλες εκείνες οι θυσίες που έκανες για να φθάσεις στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Εκείνο το λεπτό που γεμίζει το «είναι» σου, που λειτουργεί σαν το καλύτερο διεγερτικό, εκείνο το λεπτό που προσπαθείς να φέρεις απελπισμένα στο μυαλό σου όταν όλα πάνε…αριστερά. Θα ήθελα να σταματάω τον χρόνο όταν εκεί που νιώθω μόνη, ξαφνικά αποδεικνύεται πόσο άδικη και αχάριστη είμαι. Γιατί μια μόνο ματιά εκεί δίπλα αρκεί για να φανερώσει φίλους και χέρια απλωμένα, έτοιμα να προσφέρουν ανιδιοτελώς βοήθεια και να χαρίσουν αγάπη. Θα ήθελα να παγώνω την στιγμή που είμαι στην αγκαλιά που επιλέγω. Που κλείνω τα μάτια και η όσφρηση πρωταγωνιστεί. Εκείνο το δευτερόλεπτο που δεν υπάρχει ούτε κατά διάνοια κάποια αρνητική σκέψη, εκείνο το κλάσμα του δευτερολέπτου που το σώμα παραδίδεται και οι κάθε είδους αντιστάσεις υπαναχωρούν.
Θα ήθελα…ΘΕΛΩ…

Με αγάπη, Βίλυ