Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

Σκέφτομαι και γράφω…


Γράφει ο δημοσιογράφος Λεόντιος Παπαδόπουλος



 Δεν ξέρω αν πρόκειται για κάποιο σύνδρομο που έχει ξεμείνει μέσα μου από την εποχή που ήμουν ακόμη παιδί, αλλά κάθε φορά που χαλάει ο καιρός, στα μέσα του Σεπτέμβρη, αρχίζει και πιάνει μια ανεξήγητη νευρικότητα. Η πιο λογική εξήγηση που θα μπορούσε να δώσει κανείς είναι ότι συνειδητοποιώ πως το καλοκαίρι έφτασε στο τέλος του, ότι τα μπάνια στη θάλασσα θα γίνουν μια ευχάριστη ανάμνηση και ότι θα πρέπει να στρωθώ και πάλι στη δουλειά.
Κι όμως… Γνωρίζω καλά ότι η εξήγηση αυτή δεν είναι σωστή. Και τί έγινε που πέρασε το καλοκαίρι; Μήπως δεν έχω ακόμη 16 εργάσιμες μέρες άδειας για να πάω όπου γουστάρω; Παίρνω το αεροπλάνο και εξαφανίζομαι. Ακόμη κι αν θέλω ηλιοθεραπεία και θάλασσα μέσα στο καταχείμωνο. Θα βρω μια ηλιόλουστη γωνιά του πλανήτη και θα χώσω το χέρι μου βαθιά στην τσέπη. Ούτε όμως η ιδέα του επανα-στρωσίματος στη δουλειά ισχύει τελικά γιατί, πολύ απλά, δεν πρόλαβα να ξεστρωθώ. Τί στην ευχή λοιπόν συμβαίνει και χαλιέμαι πάντα τέτοια εποχή;
Η λύση του μυστηρίου ήρθε το μεσημέρι του περασμένου Σαββάτου, την ώρα που προσπαθούσα να καλυφθώ κάτω από ένα μπαλκόνι για να γλιτώσω από το ψιλόβροχο. Κάτι αγοράκια της γειτονιάς μου –ήταν δεν ήταν οκτώ χρονών- προσπαθούσαν να κάνουν το moonwalk του Μάικλ Τζάκσον για να εντυπωσιάσουν κάτι συνομήλικα τους κορίτσια που, φυσικά, στέκονταν κάτω από ένα υπόστεγο –παραβλέπω ότι ο άντρας μπορεί να κάνει κάθε είδους βλακεία για να εντυπωσιάσει μια γυναίκα. Φαίνεται ότι το σύρσιμο του καραβιού αρχίζει από πολύ νωρίς…
Την ώρα που οι πιτσιρικάδες έσερναν ατσούμπαλα τα πόδια τους πάνω στην υγρή άσφαλτο, ένα κοριτσάκι ρώτησε: «Τί έχουμε αύριο πρώτη ώρα»; «Σκέφτομαι και γράφω» απάντησε η πιτσιρίκα που βρισκόταν δίπλα της. «Ποιος ξέρει τί θέμα θα έχει…». Και εκεί ήρθε η επιφοίτηση. Οι πύλες του ανεξήγητου (μυαλού μου) άνοιξαν. Λες και τραβήχτηκε η κουρτίνα που είχα μπροστά από τα μάτια μου. Το νέφος που δεν μου επέτρεπε να καταλάβω τί συνέβαινε τόσα χρόνια, καθάρισε. «Τα πρωτοβρόχια» ψέλλισα. Το αμαρτωλό μαθητικό μου παρελθόν ζωντάνεψε μπροστά στα μάτια μου.  Αυτά τα γαμημένα πρωτοβρόχια στοίχειωναν  την ζωή μου κάθε Σεπτέμβριο με το που χαλούσε ο καιρός. Επί πέντε συναπτά έτη, από την δευτέρα έως και την έκτη δημοτικού, θυμάμαι να κοιτάζω το τετράδιο της έκθεσης, να μασουλάω ένα μολύβι και να προσπαθώ να σκεφτώ τί σκατά να γράψω για τα πρωτοβρόχια ώστε να γεμίσω δύο σελίδες. «Το απόγευμα ο ήλιος χάθηκε μέσα στα σύννεφα. Βγήκαμε με τον Γιάννη να παίξουμε στη βροχή. Γυρίσαμε σπίτι. Γέμισα λάσπες το χαλί. Έφαγα ξύλο. Τέλος». Τί άλλο να γράψεις για τα πρωτοβρόχια; Και γιατί ήταν τόσο σημαντικά ώστε να χρειαστεί να γράψω πέντε φορές την ίδια έκθεση; Ακόμη και ο Καντερές θα είχε αγανακτήσει…
Η λύτρωση άργησε τριάντα χρόνια. Άργησε, αλλά ήρθε. Τώρα μπορώ να χαρώ την βροχή του Σεπτεμβρίου. Ξέρω πως θα αντιμετωπίσω της Αλκυονίδες όταν έρθει η ώρα…

Υ.Γ. Τον Λεόντιο τον γνώρισα στις "Επιλογές" της εφημερίδας "Μακεδονία", όπου και συνεργαστήκαμε για κάποια χρόνια, ο καθένας από το δικό του πόστο. Ήταν ο πρώτος άνθρωπος που με καλωσόρισε στο περιοδικό και ο τελευταίος που με ξεπροβόδισε, παρηγορώντας με ότι "όλα θα πάνε καλά"! Αυτός, η Νατασούλα μου, η Χριστίνα μου, το Μαράκι... αποδείχθηκε ότι ήταν ό,τι καλύτερο είχα κερδίσει όλα αυτά τα χρόνια, "θησαυροί" που ακόμα έχω την χαρά να έχω στη ζωή μου. 
Λέο μου, σε ευχαριστώ για το υπέροχο κείμενο. Θυμάσαι; Την ημέρα που με ξεπροβόδιζες από τις "Επιλογές" έβρεχε πάλι καταρρακτωδώς. Πρωτοβρόχια και τότε... Βίλυ



Δεν υπάρχουν σχόλια: