Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2012

Ένα βράδυ στην Σκιάθο.


Επειδή κάποιοι, στο πλαίσιο της καλόπιστης κριτικής τους, μου επισήμαναν ότι καλές οι γενικότητες που γράφω, αλλά ο σκοπός είναι να μοιράζομαι και πιο συγκεκριμένα γεγονότα με όσους διαβάζουν αυτό το μπλογκ, λέω σήμερα να σας διηγηθώ ένα από τα βράδια που νομίζω ότι δύσκολα θα ξεχάσω, όσα χρόνια κι αν περάσουν.
Ποιος ξέρει πάλι; Ίσως όταν μοιράζεσαι κάτι, αυτό σιγά σιγά χάνει το χρώμα του-με την θετική ή αρνητική έννοια- και παύει να έχει μέσα σου αυτές τις τόσες τρομακτικές διαστάσεις.
Πρέπει  να ήταν το καλοκαίρι του 2003 και ναι, ήταν οι πρώτες ενήλικες διακοπές μου με τους φίλους μου. Μέχρι τότε, το πολύ-πολύ να μας επέτρεπαν κάνα κάμπινγκ (Αρμενιστή) για λίγες μερούλες. Ήμασταν όλοι ενθουσιασμένοι. Κάναμε σχέδια, κλείναμε ξενοδοχεία (τα κορίτσια της παρέας, τα αγόρια ήθελαν πιο χίπικες καταστάσεις), φτιάχναμε βαλίτσες, όλοι ήμασταν πανέτοιμοι να "γιορτάσουμε" με αυτές τις διακοπές τη φιλία μας. Τότε νομίζαμε ότι ήμασταν οι "Τρεις σωματοφύλακες"- κι ας ήμασταν 8 τα μέλη της παρέας- ΟΛΟΙ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΚΑΙ ΕΝΑΣ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ. Είχε, μάλιστα, προηγηθεί ένας χρόνος που ήμασταν κάθε μέρα μαζί. Κι όταν λέω "κάθε", εννοώ "κάθε". Βρέξει-χιονίσει. Για έναν βιαστικό καφέ, για ένα χαλαρό ποτό στο στέκι μας και μετά όλοι μαζί, στριμωγμένοι όπως όπως σε κάποιο αμάξι, μισομεθυσμένοι, βουρ για κάποιο μπουζουκομάγαζο. Να σου τα τσιφτετέλια Τρίτη βράδυ (άλλα χρόνια τότε)...να σου τα σφηνάκια...να σου οι αφιερώσεις...να σου η επιστροφή χαράματα στο σπίτι... (πάντα χαράματα, θα ήταν "γρουσουζιά" να επιστρέφαμε πριν βγει ο ήλιος). Μετά, λοιπόν, από μια τόσο έντονη χρονιά, έπρεπε να περάσουμε μαζί και τις πρώτες επίσημες διακοπές μας. Κι όταν λέω επίσημες, εννοώ κάπου λίγο πιο μακρυά. Ναι, σαν την Χαλκιδική δεν έχει, αλλά είχε έρθει το πλήρωμα του χρόνου να ανοίξουμε τα φτερά μας. Ο προορισμός μετά κόπων και βασάνων ευρέθη: ΣΚΙΑΘΟΣ. Δυο από τα οκτώ μέλη της παρέας θα αναγκάζονταν να μην ακολουθήσουν, μιας και ο ένας είχε μπει από μικρός στα βάσανα της δουλειάς και ο άλλος είχε τις αθλητικές του υποχρεώσεις.
Οι...οιωνοί ξεκίνησαν λίγες μέρες πριν αναχωρήσουμε. Οι πρώτες γκρίνιες, οι πρώτες μαγκιές, οι πρώτες αψιμαχίες. Ξαφνικά, λες και ο καθένας ήταν για την πάρτη του, ποιος θυμάται τώρα τους Σωματοφύλακες... Άτυπα-αν δεν με απατά η μνήμη μου-χωριστήκαμε σε στρατόπεδα (στρατόπεδα που θα άλλαζαν μετά από εκείνο το βράδυ στην Σκιάθο). Τα κορίτσια με τα κορίτσια και τα αγόρια με τα αγόρια. Δίκαιη μοιρασιά, τι λέτε κι εσείς; Δε θέλω να τα πολυλογώ. Πήγαμε στη Σκιάθο. Όλοι μαζί. Και κάποια στιγμή φύγαμε από την Σκιάθο. Όλοι μαζί;
Για ευνόητους λόγους δεν θα αναφερθώ στις αιτίες που αυτή η ονειρεμένη παρέα δεν πέρασε και πολύ καλά τότε στη Σκιάθο. Θα αρκεστώ στο να πω ότι εμείς οι 6 της παρέας, πιθανολογώ ότι πάντα θα θυμόμαστε ένα από εκείνα τα βράδυα στο κεντρικό λιμάνι του νησιού. (Μη σας πω ότι και όσοι τουρίστες βρίσκονταν στο νησί, θα θυμούνται κι εκείνοι με τη σειρά τους εκείνα τα παιδιά που έπαιζαν το "δικαστήριο", το οποίο μόνο κεκλεισμένων των θυρών δεν ήταν...).


Θυμάμαι ακόμα τα ρούχα που φορούσα εκείνο το βράδυ, θυμάμαι ακόμα σχεδόν και τι ρούχα φορούσαν οι φίλοι μου, θυμάμαι ότι δεν είχαμε τη δικαιολογία του ποτού-ήμασταν όλοι νηφάλιοι-, θυμάμαι ότι δεν πίστευα στα αυτιά μου με όσα άκουγα και δεν ήθελα να πιστέψω στα μάτια μου ότι έβλεπα ό,τι έβλεπα, θυμάμαι ότι δεν θυμάμαι καν πως σκαρφάλωσα εκείνα τα ψηλά κάγκελα και βρέθηκα από την άλλη πλευρά του λιμανιού από το πουθενά. Μπήκα αλλόφρων στο πρώτο ταξί που βρήκα μπροστά μου και μέσα σε λυγμούς και αναφιλητά του ζήτησα να με πάει στο ξενοδοχείο. Έπεσα με τα ρούχα στο υπέρδιπλο κρεβάτι και ξανάνοιξα τα μάτια,  μόνο όταν ένιωσα την κολλητή μου να μου δίνει ένα φιλί στο μάγουλο. Και ήταν το πιο παρηγορητικό φιλί που είχα πάρει ποτέ, και ήταν το πιο παρηγορητικό φιλί που μου έχουν δώσει και μέχρι σήμερα ακόμα.
Η παρέα δεν κατάφερε ποτέ τελικά να γιατρέψει πλήρως τις πληγές της μετά από εκείνο το βράδυ στην Σκιάθο. Αν και ακολούθησαν πολλά ακόμα βράδια κοινά, στο ίδιο τραπέζι, χορεύοντας πάλι τσιφτετέλι, πίνοντας λίγο περισσότερο από το πρέπον για ακόμα μια φορά. Μπορεί να μην τις γιάτρεψε, αλλά ποτέ δεν τις ξέχασε κιόλας. Κι επειδή ακόμα τις θυμάται πού και πού,αχνά πια, είμαι βέβαιη ότι ακόμα και σήμερα, μετά από τόσα χρόνια, μετά από τόσα καλοκαίρια που περάσαμε χωριστά, ισχύει κατά βάθος ακόμα το "όλοι για έναν και ένας για όλους". Κι ας μην είμαστε όλοι μέρα κάθε μέρα μαζί, κι ας περνάει καμιά φορά κι ένας ολόκληρος μήνας για να μάθω τα νέα τους, κι ας μου λείπουν μερικές φορές-όχι συχνά πια-εκείνα τα ανέμελα παιδιά που ήταν στον κόσμο τους. Σε έναν κόσμο που μόνοι τους έπλασαν και είχαν τη ψευδαίσθηση ότι κανείς και τίποτα δεν θα τους βγάλει από εκεί μέσα.
Θα κλείσω με την φράση από ένα τραγούδι που ήταν η μόνη μου παρηγοριά εκείνο το καλοκαίρι μετά τη Σκιάθο: "Χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια, μόνο τρόπο να κοιτάνε"!

Με αγάπη,
Βίλυ



2 σχόλια:

Maria Kok είπε...

..........κατα τα αλλα καλα ειχαμε περασει!.......

Βίλυ είπε...

Κατα τα αλλα,εχουμε περασει και καλυτερα....