Τετάρτη, 25 Ιουλίου 2012

Το μπαλκόνι.

Η λεγόμενη οικονομική κρίση μας έχει βάλει τα δύο πόδια σε ένα παπούτσι. Και λέω λεγόμενη, γιατί η έννοια "οικονομική κρίση" με παραπέμπει σε κάτι προσωρινό ενώ αυτό που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια μόνο προσωρινό δεν μου μοιάζει τελικά.
Παλιά τα πίναμε σε ένα μαγαζάκι και μετά βάζαμε μπρος για το επόμενο. Πίναμε κι εκεί τα ποτάκια μας και βάζαμε πλώρη για το μεθεπόμενο, ώστε να κλείσουμε τη βραδιά μας με κανά δυο σφηνάκια για το καλό. Άλλες φορές πάλι επιλέγαμε καμιά ταβερνούλα, δίπλα στο κύμα. Να μυρίζει θάλασσα, να παραμυθιαζόμαστε ότι είμαστε διακοπές και πριν κοιμηθούμε θα ρίξουμε και μια βραδινή βουτιά, πάλι για το καλό. 
Κι όμως...Ακόμα και τότε -τον καιρό των παχιών αγγελάδων όπως ακούω να λένε αριστερά-δεξιά- εγώ πάντα, αν με ρωτούσατε, θα ψήφιζα "ουζάκι" στο μπαλκόνι της γιαγιάς της Μαρίας. 
Μερικές από τις καλύτερες στιγμές της ζωής μου, πλάκα-πλάκα, τις έχω περάσει σε αυτό το μπαλκόνι: μαζώξεις για να ψήσουμε, πάρτυ-έκπληξη (είτε τα διοργάνωνα με την Μαρία, είτε ήμουν εγώ το "θύμα"), ουζάκι με κονσέρβες (καλαμαράκι με καυτή σάλτσα, τόνος, ρυζάκι, χταποδάκι...), τα νέα της ημέρας, εξομολογήσεις με κλάμα (γοερό κλάμα), ανομολόγητοι έρωτες (και κάποιοι λίγο πιο...φανεροί), taboo, κούπες (ένα απαράδεκτο παιχνίδι που καταλήγεις ΠΑΝΤΑ τύφλα στο μεθύσι, να αναζητάς επειγόντως έναν κουβά), παρεξηγήσεις, καυγάδες... Όλα εκεί...

Χωρίς να ξοδεύουμε πολλά-πολλά, συνήθως ρεφενέ, μόνο με καλή (ή κακή) διάθεση. Μόνο με λίγο κρασάκι ή ούζο (το "λίγο" τρόπος του λέγειν), μόνο με μια πράσινη σαλάτα με ρόκα, με πατατούλες στον φούρνο με μουστάρδα (σαν αυτές που μόνο η Μαρία πετυχαίνει τόσοοο πολύ), μόνο με αυτά. Είτε με φόντο τον Δημήτρη να ψήνει και να τα κάνει όλα χάλια τριγύρω του (μαύρο το μπαλκόνι σε χρόνο ρεκόρ), είτε με φόντο τον άλλο Δημήτρη να ξύνει με στοχασμό το πιγούνι του, προσπαθώντας να αφηγηθεί (με λεπτομέρειες βεβαίως-βεβαίως) κάποιο περιστατικό. Όταν τα πιάτα θα άδειαζαν και τα ποτήρια θα ξαναγέμιζαν για ακόμα μια φορά, το γλυκό θα έκανε την εμφάνισή του, είτε τη θέση του στο τραπέζι θα έπαιρνε το taboo. 
Οι γείτονες θα έκαναν υπομονή μέχρι την στιγμή που δεν θα μπορούσαν να κάνουν άλλο και το βράδυ μας θα έκλεινε με εμένα στον νεροχύτη να πλένω τα πιάτα. (Μπορεί να μην ξέρω να μαγειρεύω, αλλά αν έχετε πιάτα στον νεροχύτη και βαριέστε να τα πλύνετε, φωνάξτε με. Είναι η καλύτερη ψυχοθεραπεία μου, ε Μαρία;)
Δεν χρειαζόμαστε τελικά πολλά πράγματα για να είμαστε ευτυχισμένοι: Ένα μπαλκόνι, μερικοί καλοί φίλοι, αληθινά φιλιά και αγκαλιές στο έμπα και στο φεύγα καθώς μερικούς έχεις να τους δεις καιρό και ναι ρε γαμώτο σου έλειψαν, ένα ποτήρι κρασιού και κανά μεζεδάκι για την όρεξη.
Σε αυτό το μπαλκόνι, της γιαγιάς της Μαρίας, συνειδητοποίησα ότι κάποιος παιδικός μου έρωτας ήταν μόνο στο μυαλό μου, σε αυτό το μπαλκόνι διαπίστωσα ότι μεγάλωσα μεν, αλλά πάντα θα είμαι παιδί για αυτά τα παιδιά, σε αυτό το μπαλκόνι έκλαψα με την ψυχή μου, γέλασα με την καρδιά μου, απογοητεύτηκα με την ησυχία μου, ωρίμασα με τα χρόνια...

Μήπως τελικά, καλές και οι διακοπές, καλές και οι χλιδές αλλά πάντα στο μυαλό μας και στις αναμνήσεις μας, θα είναι χαραγμένα άλλα στιγμιότυπα; Πιο χαλαρά, χωρίς πολλά φρου-φρου και αρώματα, πιο...της καθημερινότητας; Μήπως, τελικά, το μπαλκόνι αυτό -όπως και πολλά άλλα μπαλκόνια- έχει τη δική του ιστορία;


Με αγάπη,
Βίλυ
villyargiroudi@gmail.com

Δεν υπάρχουν σχόλια: