Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2012

Ήταν ένας γάτος, γάτος πονηρός...

Δεν είμαι -αυτό που λένε- φιλόζωη. Λέτε να έγινα τώρα στα γεράματα;


Η σχέση μου με τα ζώα δεν ήταν καλή ή κακή. Ήταν...ανύπαρκτη. Δεν ήμουν από αυτές που θα σταματούσαν στο δρόμο για να ζουζουνίσω στη θέα ενός τετράποδου. Και μάλλον δεν θα είμαι και ποτέ.
Σε αυτήν την ανάρτηση, όμως, θέλω να μοιραστώ μαζί σας πώς την πάτησα με τον Σπίθα, τον Τζέφρυ ή όπως τέλος πάντων λένε τον γάτο που βλέπετε κάτωθι.
Γνωριστήκαμε μια ηλιόλουστη Παρασκευή μέσα στο κατακαλόκαιρο όταν ο Κώστας, λέγοντας μου τα νέα της βδομάδας του, μου ανακοίνωσε ότι στο σπίτι έχουμε έναν επισκέπτη (ο οποίος θα έμελλε να κάνει τη βίζιτα...αρμένικη).
Δεν με χάλασε. Γνώριζα την αγάπη του για τις γάτες και ειλικρινώς στεναχωρήθηκα πολύ όταν "πέθανε" ο προηγούμενος γάτος του (αρνούμαι να χρησιμοποιήσω τη λέξη "ψόφησε", μιας και τη θεωρώ τουλάχιστον κακόηχη).
Με τον προηγούμενο γάτο του, τον ...(ούτε αυτός είχε σταθερό όνομα), οι σχέσεις μας ήταν καθαρά τυπικές. Το "μακριά και αγαπημένοι" μάλλον θα περιέγραφε καλύτερα τις επαφές μας. Στην καλύτερη των περιπτώσεων, μπορεί κάποια στιγμή να του είχα ανοίξει καμία κονσέρβα, μέχρι ο Κώστας να επιστρέψει από τη δουλειά το βράδυ. Έως εκεί. Δεν είναι ότι δεν τον "πήγαινα". Φοβόμουν. Δεν ήξερα πώς να τον αγγίξω, πώς να τον προσεγγίσω, πώς να τον κάνω να με αγαπήσει. Ούτε εγώ ήξερα, ούτε αυτός έδειχνε να ενδιαφέρεται να με διευκολύνει. Περνούσε από μπροστά μου αδιάφορα, ρίχνοντάς μου ενίοτε καμιά διερευνητική ματιά (με τα κόκκινα μάτια του, μιας και είχε πια μεγαλώσει, βαρύνει και ήταν και τραυματισμένος) και τσούκου τσούκου διέσχιζε το σαλόνι για να φτάσει με τους δικούς του νωχελικούς ρυθμούς στον διάδρομο που ήταν το ταπεράκι με το φαγητό και το νερό του. Μετέπειτα, κούρνιαζε στο χαλάκι του και κοιμόταν με αυτήν την χαρακτηριστικά βαριά ανάσα του. Κάπως έτσι περίμενα να εξελιχθούν και οι σχέσεις μου και με αυτόν τον..."γάτο" - ας τον πούμε απλά γάτο διότι ο καθένας μας τον φωνάζει όπως του έρχεται-.
Αυτός ο γάτος, όμως, δεν είναι απλός γάτος. Είναι ένας γάτος με...πέταλα. Το πρώτο βράδυ που τον είδα μου φάνηκε μια... "σταλίτσα". Ένα γκριζουλί γατί, αεικίνητο, παιχνιδιάρικο, το οποίο δεν έχανε ευκαιρία να τριφτεί στα πόδια του Κώστα, αναζητώντας ένα χάδι του πίσω από τα αυτιά, στην κοιλιά ή στην μύτη, όσο εκείνος του γέμιζε το πιάτο του με κονσέρβα. Μόλις κατάλαβε ότι ο Κώστας ήταν αφοσιωμένος σε αυτό που έκανε και δεν ήταν η "ώρα για παιχνίδια", ο γάτος με ένα σβέλτο πήδημα έφθασε στα δικά μου πόδια. Παγωτό η Βίλυ. Τι νόμιζε ότι έκανε ο γάτος και ακόμα περισσότερο τί περίμενε να κάνω εγώ; Κάθισα να τον κοιτάω λίγο ενοχλημένη, λίγο ξαφνιασμένη, λίγο...μουδιασμένη, αφού πρώτα πετάχτηκα στον αέρα, βγάζοντας μια άναρθρη κραυγή, κάνοντας τον Κώστα να γελάσει με την ψυχή του.


Οι μέρες περνούσαν και σιγά σιγά συμφιλιωνόμουν με την ιδέα του νέου κάτοικου του σπιτιού. Δεν ήταν πια επισκέπτης. Είχε μάθει και αφομοιώσει τους κανόνες της νέας του κατοικίας - ίσως φταίει και το ότι ο Κώστας δεν είναι από τους ανθρώπους που αφήνει πολλά πολλά περιθώρια για το αντίθετο-, μας είχε συνηθίσει (ακόμα κι εμένα που με έβλεπε σχετικά αραιά και πού) και είχε πια βρει τις γωνιές του.
Ώσπου μια μέρα ένιωσα μόνη μου την ανάγκη να του...πιάσω κουβέντα. Να γνωριστούμε καλύτερα, βρε αδερφέ, το ίδιο σπίτι μοιραζόμαστε κάποιες μέρες την εβδομάδα. Τι στο καλό! Μεγάλοι άνθρωποι είμαστε...(ουπς, εκ παραδρομής το τελευταίο).
Μια μέρα, λοιπόν, που ο Κώστας έλειπε, του άνοιξα την πόρτα, τον έβαλα στο σαλόνι και του επέτρεψα να αλωνίσει. Γάτος αυτός; "Γάτα" κι εγώ. Το φτωχό μου μυαλό μου έλεγε ότι αν τον καλοπιάσω, θα με συμπαθήσει αυτόματα. Αμ δε... Αφού ξεσάλωσε με την ψυχή του και κούρνιασε κάπου να ξεκουραστεί, είπα να τον πλησιάσω και να απλώσω το χέρι μου. Κεντέρης ο γάτος. Μέχρι να τον εντοπίσω, μάλιστα, μου πήρε ώρα. Μήπως δεν είχα κάνει κάτι καλά; Μήπως τον τρόμαξα; Μήπως έπρεπε να είμαι πιο...; Στράβωσα. "Γάτος, παιδί μου, τι περίμενες;", σκέφτηκα και άρχισα να σκέφτομαι όλα αυτά που λένε για τις εφτάψυχες γάτες που δεν αγαπάνε κανέναν πραγματικά και δεν εξαρτώνται μετά από κάποια ηλικία ούτε από την μητέρα τους. Μέχρι να ολοκληρώσω τις σκοτεινές μου σκέψεις, όμως, τσουυυυππππ να σου ο γάτος. Πλησίασε τον καναπέ που καθόμουν και έβλεπα τηλεόραση, κούρνιασε δίπλα μου και στήθηκε να παρακολουθήσει κι αυτός με τη σειρά του τους "S1ngles" στο Mega. Μετά από λίγη ώρα, άπλωσα δισταχτικά το χέρι μου και το έβαλα στο κεφαλάκι του, όπως είχα δει να κάνει ο Κώστας (έτοιμη για κάθε ενδεχόμενο "Κεντέρικης" απόδρασής του). Ο γάτος, όμως, δεν έφυγε. Αντιθέτως, γύρισε ανάσκελα, γουργούρισε και νιαούρισε ναζιάρικα, περιμένοντας να το χαιδέψω ακόμα περισσότερο, κάτι που δεν έγινε μιας και δεν ήμουν πια τόσο εξοικειωμένη. 
 Σήμερα, ο γάτος δεν είναι πια "σταλίτσα". Κι εγώ ξέρω πώς να τον χαιδεύω, πώς να τον μαλώνω και πώς να του δείχνω ποιος είναι το αφεντικό (κοινώς πώς να περιμένω τον Κώστα να έρθει για να του δείξει αυτός).
Σήμερα παραδέχομαι ότι στεναχωρήθηκα όταν τον χάιδεψα και ανανέωσα μαζί του το ραντεβού μας για την επόμενη βδομάδα καθώς κατάλαβα ότι, εκτός από τον ιδιοκτήτη του, θα μου λείψει κι αυτός.
Σήμερα στο ΚΤΕΛ Χαλκιδικής, την ώρα που το λεωφορείο μου ξεκινούσε προς τη Θεσσαλονίκη, αναρωτήθηκα πώς είναι δυνατόν να αγάπησα εγώ τόσο έναν γάτο ενώ μέχρι σήμερα το μόνο που θα ανεχόμουν δίπλα μου -κι αυτό με δυσκολία- θα ήταν κάνα από αυτά τα "σκυλάκια-ξεσκονόπανα" (με την καλή έννοια βεβαίως βεβαίως) με το χνουδωτό άσπρο ντεκόρ. Η απάντηση;

Τελικά, όταν αγαπάς κάποιον τόσο πολύ, δεν μπορείς παρά να αγαπάς και όσα αγαπάει...

Α ρε Κώστα...

Με αγάπη,
Βίλυ


2 σχόλια:

Maria Kok είπε...

Αφού ανέφερες τους S1ngles λοιπόν, και διαβάζοντας και το "είπαν", γιατί δε γράφεις και τις " θεωρίες της Ρανιας"?ε?

Βίλυ είπε...

Γεννηθήτω το Θέλημά σου!