Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2012

Κοιμάσαι όρθιος; Καλά να πάθεις!


Εχθές μια φίλη μού έκανε ένα πρωτότυπο δώρο. Έτσι. Χωρίς λόγο. Πριν με αφήσει να ανοίξω το δέμα, άρχισε τον πρόλογο: «Σιχάθηκα να ακούω για μαξιλαράκια βοήθειας από το εξωτερικό. Σε όλα, ρε παιδί μου, να βάλουν χέρι. Ακόμα και στον ύπνο μας». Την είχε πιάσει σχεδόν αμόκ. Πήγαινα δειλά-δειλά να ανοίξω το δώρο μου και εκείνη το έπαιρνε μηχανικά από τα χέρια μου και συνέχιζε με αμείωτη ένταση: «Μαξιλάρι από την αξία των ενέχυρων σε ΕΚΤ, λέει ο ένας. Μαξιλάρι στη διεθνή οικονομική κρίση το Πεκίνο, λέει ο άλλος. Δεν μπορώ, ρε συ, έσκασα. Ούτε τον ύπνο μας δεν μπορούμε να φθαριστηθούμε πια…». Σε μια προσπάθεια να κατανοήσω την ομολογουμένως ακαταλαβίστικη συλλογιστική της, άρπαξα δυναμικά τη σακούλα και έσκισα το περιτύλιγμα.
«Δύο μαξιλαροθήκες», είπα με σχετική έκπληξη, καθώς δεν μου έχουν ξανακάνει τέτοιο δώρο στο παρελθόν. Ξαφνικά, η έκφραση της μαλάκωσε και τη θέση του παραληρήματος πήραν οι ευχές. «Στις πήρα για να έχεις ήσυχο ύπνο, να κάνεις όμορφα όνειρα, να κλείνεις όμορφα τη μέρα σου». Τι όμορφος συμβολισμός! Μα να μην έχω σκεφτεί ποτέ να δωρίσω κι εγώ μαξιλαροθήκες στους αγαπημένους μου;


Και εκεί που η φίλη μου είχε αυτό το μελιστάλαχτο ύφος, ξαφνικά φούντωσα εγώ. Φούντωσα δεν λέει τίποτα. «Εμείς θα κοιμόμαστε και η τύχη μας θα δουλεύει. Με αυτούς τι θα κάνουμε; Με αυτούς που κοιμούνται όρθιοι τόσα χρόνια, φιλενάδα. Με αυτούς που δεν γυρνάνε πτώματα στο σπίτι τους το βράδυ, αποζητώντας το μαξιλαράκι τους, γιατί πολύ απλά δεν έκαναν τίποτα όλη μέρα. Με αυτούς που έκαναν τα όνειρα μας, εφιάλτες και τον ύπνο κομβικό σημείο στη ζωή μας». «Κομβικό σημείο; Τι εννοείς»: είπε η φίλη μου, μετανιώνοντας αργότερα την ώρα και την στιγμή που μου έθεσε αυτό το ερώτημα, καθώς δεν έβαζα γλώσσα μέσα μου. «Εμ όλοι πια έχουμε ένα θεματάκι με τον ύπνο μας. Πώς να κοιμηθείς το βράδυ αν ξέρεις τι σε περιμένει το πρωί; Γαρίδα το μάτι. Κουκουβάγιες, βαμπίρ όλοι μας. Λογαριασμοί, χαράτσια, δάνεια, σουπερμάρκετ…Για κοιμήσου εσύ…Ε και στην άλλη πλευρά του νομίσματος, αυτοί που θέλουν όλη μέρα να κοιμούνται. Δεν είναι απαραίτητα κατάθλιψη αυτό, φιλενάδα. Βρήκαμε μια καραμέλα και την πιπιλάμε. Βάσανα είναι. Βάζεις το κεφάλι στο μαξιλάρι, σφίγγεις δυνατά τα μάτια-πιο δυνατά δεν έχει-και μετράς από προβατάκια μέχρι μπαμπουίνους. Ό,τι βολεύει τον καθένα, βρε αδερφέ. Φτάνει να κοιμηθείς. Να κοιμηθείς για να ξεχάσεις. Γιατί δεν έχεις και τίποτα καλό να θυμηθείς…». Όση ώρα, έβγαζα τον λόγο μου, η φίλη μου κούτσου-κούτσου μάζευε τις μαξιλαροθήκες και τις επανατοποθετούσε στην σακουλίτσα τους. «Δεν ήταν έξυπνη ιδέα οι μαξιλαροθήκες, τελικά ε;», ρώτησε με παράπονο.
Και εκείνη την στιγμή κατάλαβα τι είναι αυτό ακριβώς που έχουν καταφέρει να μας κάνουν αυτοί που «κοιμούνται όρθιοι». Κατάφεραν να μας αποπροσανατολίσουν. Πήραν το βλέμμα μας από τον στόχο (τον στόχο που ο καθένας μας έχει ορίσει) και το πέταξαν μακριά. Γιατί  ΜΟΝΟ με αυτόν τον τρόπο μπορούν να μας ελέγξουν, γιατί μόνο όταν είμαστε υποτελείς, δεν είμαστε επικίνδυνοι.
Όνειρα γλυκά, λοιπόν. Και σε εκείνους και σε εμάς. Δεν ξέρω αν κοιμούνται αυτοί όρθιοι ή τελικά εμείς. Το μόνο που ξέρω είναι ότι κάποια στιγμή, αναπόφευκτα, θα ξυπνήσουν και οι μεν και οι δε...Και τότε...Καλά να πάθουμε!!!

Με αγάπη,
Βίλυ

Υ.Γ. Οι μαξιλαροθήκες ήδη από χθες ντύνουν τα μαξιλάρια μου.

2 σχόλια:

Maria Kok είπε...

Ποια φιλη σου σου πηρε μαξιλαροθηκες?
Εγω παντως θελω να κοιμαμαι περισσοτερο τωρα!....ισως για να μη βλεπω τι γινεται στον πραγματικο κοσμο....ισως γιατι θελω να ονειρευομαι τον δικο μου " ονειρικα πλασμενο" κοσμο.....

Βίλυ είπε...

Εσύ, φιλενάδα, από μικρή είχες καλή σχέση με τον ύπνο. Παράπονο δεν έχω...